Κυριακή, 1 Αυγούστου, 2021

Foreign Affairs: Η Αμερική υποστηρίζει πραγματικά την δημοκρατία – ή απλώς άλλες πλούσιες δημοκρατίες;

Η πάλη της Ουάσιγκτον ενάντια στον αυταρχισμό θα αποτύχει εάν αφήσει εκτός τους φτωχούς

Σε μια ομιλία του τον Φεβρουάριο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, σκιαγράφησε το πορτρέτο ενός κόσμου που είναι ουσιαστικά διαιρεμένος μεταξύ δημοκρατίας και απολυταρχιών. «Βρισκόμαστε σε σημείο καμπής», είπε, «μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε … ότι η απολυταρχία είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουμε, … και σε εκείνους που καταλαβαίνουν ότι η δημοκρατία είναι απαραίτητη … για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων». Ο Μπάιντεν επέμεινε ότι η ατζέντα του τόσο για το εσωτερικό όσο και για το εξωτερικό έβαλαν τις Ηνωμένες Πολιτείες στην καλύτερη δυνατή θέση για να κερδίσουν αυτήν την σύγκρουση που θα αφήσει εποχή.

Αλλά αυτή η εμμονή σε μια σύγκρουση μεταξύ αυταρχισμού και δημοκρατίας κρύβει ένα βαθύτερο χάσμα στην γεωπολιτική: την σύγκρουση μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διεκδικούν την ηγεσία των παγκόσμιων δημοκρατιών, αλλά στην πραγματικότητα αντιτίθενται στις περισσότερες δημοκρατίες σε πολλά από τα πιο σημαντικά παγκόσμια ζητήματα. Από την πανδημία COVID-19 έως τους παγκόσμιους εμπορικούς κανόνες, από την κλιματική αλλαγή έως την οικονομική ανάπτυξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ματαιώνουν ενεργά τις προτεραιότητες των περισσότερων δημοκρατιών του κόσμου. Στην διαδικασία αυτή, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ -στο όνομα της δημοκρατίας- επιδεινώνει την παγκόσμια κρίση της δημοκρατίας και απονομιμοποιεί την ισχύ των ΗΠΑ.

Πλούσιες και φτωχές δημοκρατίες μοιράζονται πολλά προβλήματα. Σαράντα χρόνια αυξητικά συγκεντρωμένου πλούτου, επιδείνωσης των δημόσιων αγαθών, διαβρωτικής σταθερότητας για τους εργαζόμενους, και μιας αποδιαρθρωμένης αίσθησης συλλογικής ιδιοκτησίας παρείχαν πρώτη ύλη για τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, και τον αυταρχισμό σε δημοκρατίες όλων των επιπέδων πλούτου. Η διοίκηση Μπάιντεν το καταλαβαίνει αυτό. Σε κάθε ομιλία του, ο Μπάιντεν έχει τονίσει ένα βασικό σημείο: οι άνθρωποι χάνουν την πίστη τους στην δημοκρατία επειδή η δημοκρατία δεν ικανοποιεί τις ανάγκες τους. Στην εγχώρια ατζέντα του, ο Μπάιντεν αναγνωρίζει ότι η επένδυση στα κοινά αγαθά, η παροχή μεγαλύτερης ισχύος και ασφάλειας στην εργασία, και η κινητοποίηση των ανθρώπων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης είναι καθοριστικής σημασίας για το έργο της αποτροπής των αντιφιλελεύθερων πολιτικών και της αναβίωσης της δημοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική του Μπάιντεν πάσχει από μια παράξενη αποσύνδεση. Αντί να ακολουθεί μια παγκόσμια στρατηγική για να αναβιώσει την πίστη στο κοινό καλό, ο Μπάιντεν επικεντρώνεται στην εξουδετέρωση της Κίνας –ως σαν οι άνθρωποι εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών να εκτιμούν την δημοκρατία όχι επειδή τους ενδυναμώνει, αλλά επειδή είναι συνώνυμη με την ισχύ των ΗΠΑ. Ο Μπάιντεν υποστηρίζει ότι για χάρη της δημοκρατίας, οι Αμερικανοί πρέπει να «αναπτύξουν και να κυριαρχήσουν στα προϊόντα και τις τεχνολογίες του μέλλοντος». Αυτό μπορεί να βοηθήσει τους επενδυτές των ΗΠΑ, αλλά δεν είναι ένα όραμα μιας παγκόσμιας οικονομίας στην οποία όλες οι δημοκρατίες μπορούν να προσφέρουν στους ανθρώπους τους.

Μια διαφορετική προσέγγιση είναι δυνατή, μια [προσέγγιση] ικανή να αντιστρέψει την παγκόσμια αντιδημοκρατική παλίρροια ανοίγοντας νέες ευκαιρίες για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Θα απαιτήσει ένα καλύτερο πλαίσιο για την κατανόηση των σημερινών συγκρούσεων, ένα πλαίσιο πιο ικανό από τον μυωπικό δυαδισμό που βάζει την φιλελεύθερη δημοκρατία ενάντια στον αυταρχικό άλλο.

ΑΟΡΑΤΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΕΣ

Ο ισχυρισμός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έρχονται σε αντίθεση με τις περισσότερες δημοκρατίες μπορεί να ακούγεται άσχημα, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο επειδή οι ηγέτες των ΗΠΑ και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συχνά συγχέουν τις «δημοκρατίες του κόσμου» με μια χούφτα πλούσιων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των πρώην αποικιακών δυνάμεων στην Ευρώπη (και την Ιαπωνία) και κρατών που ξεκίνησαν ως αποικίες εποίκων, όπως η Αυστραλία και ο Καναδάς. Ένα άρθρο της εφημερίδας New York Times το 2020, για παράδειγμα, επικεντρώθηκε στα ευρήματα μιας δημοσκόπησης του Pew Research Center με τον εξής τρόπο: «Η δυσπιστία προς την Κίνα σε νέα ύψη στα δημοκρατικά έθνη». Ωστόσο, η δημοσκόπηση δεν αφορούσε «δημοκρατικά έθνη». Οι περισσότερες από τις μεγαλύτερες δημοκρατίες του κόσμου -χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Ινδονησία, το Μεξικό και η Νότια Αφρική- δεν συμπεριλήφθηκαν, ούτε πολλές μικρότερες δημοκρατίες όπως η Μποτσουάνα, η Παπούα Νέα Γουινέα, και η Σρι Λάνκα. Αντίθετα, ήταν μια δημοσκόπηση ανθρώπων (όπως το έθεσε η ίδια η Pew) σε «προηγμένες οικονομίες»

Σύμφωνα με τον Δείκτη Δημοκρατίας της Economist Intelligence Unit, οι δημοκρατικές αναπτυσσόμενες χώρες φιλοξενούν διπλάσιο πλήθος ανθρώπων από τις πλούσιες δημοκρατίες -τρεις φορές περισσότερους, αν κάποιος μετρήσει και τα ημιδημοκρατικά «υβριδικά καθεστώτα» όπως αυτά στο Μπαγκλαντές, τη Νιγηρία, και την Τουρκία. Ωστόσο, οι πολλές φτωχές δημοκρατίες του κόσμου παραμένουν σε μεγάλο βαθμό περιφερειακές στο σκεπτικό των υπευθύνων χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ για τον κόσμο. Μπαίνουν στις συζητήσεις στην Ουάσινγκτον μόνο όταν απειλούν την περιφερειακή σταθερότητα ή γίνονται χρήσιμες σε ευρύτερες γεωπολιτικές συγκρούσεις.

Αυτή η αδιαφορία είναι κατανοητή. Ακριβώς επειδή είναι φτωχές, οι δημοκρατίες του παγκόσμιου Νότου ασκούν πολύ λιγότερη επιρροή στην παγκόσμια πολιτική και την παγκόσμια οικονομία από όσο οι πλούσιες ομόλογοί τους. Οι πλούσιες δημοκρατίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά απολαμβάνουν το 43% του παγκόσμιου ΑΕΠ όπως μετράται από την αγοραστική δύναμη (59% σε δολάρια), και οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί τους ανέρχονται σχεδόν στα δύο τρίτα των παγκόσμιων πολεμικών δαπανών. Πολλοί Αμερικανοί μοιράζονται επίσης ένα αίσθημα πολιτιστικής ή εθνοτικής συνάφειας με τις πλούσιες δημοκρατίες που δεν επεκτείνεται στις φτωχές δημοκρατίες.

Η σύγχυση της δημοκρατίας με τον πλούτο διαστρεβλώνει ριζικά την στρατηγική σκέψη για αυτό που οι ηγέτες των ΗΠΑ συχνά διακηρύσσουν ως κορυφαία προτεραιότητα: την εξασφάλιση ότι η δημοκρατία ανθίζει σε όλο τον κόσμο. Οι φτωχές και οι πλούσιες δημοκρατίες ομοίως, έχουν κινηθεί σε μια φιλελεύθερη κατεύθυνση τα τελευταία χρόνια. Αλλά μια εξωτερική πολιτική που αποσκοπεί στην ανανέωση και την υποστήριξη της δημοκρατίας θα αποτύχει εάν βασίζεται αποκλειστικά στις προτιμήσεις των πλούσιων χωρών. Αυτό συμβαίνει επειδή οι δημοκρατίες του παγκόσμιου Νότου, συχνά, έχουν συμφέροντα πολύ διαφορετικά από αυτά των πλούσιων δημοκρατιών -συμφέροντα που πολλές φορές ευθυγραμμίζονται με πιο αυταρχικές αναπτυσσόμενες χώρες. Με άλλα λόγια, ένα αποτέλεσμα της απεικόνισης του κύριου αγώνα στον κόσμο σήμερα ως μάχη μεταξύ δημοκρατών και αυταρχικών είναι να καταστεί αόρατη η ανισότητα που χαρακτηρίζει την παγκόσμια οικονομία, η οποία είναι συχνά η πιο σημαντική διαίρεση.

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΡΗΓΜΑΤΑ

Ίσως το πιο επείγον ζήτημα όπου η πολιτική των ΗΠΑ αποκλίνει από τις επιθυμίες των περισσότερων δημοκρατιών είναι ο τερματισμός της πανδημίας COVID-19. Μια διεθνής τάξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παγκόσμιου Νότου θα είχε αρχίσει να οργανώνει ένα σύστημα παγκόσμιας παραγωγής και διανομής εμβολίων τον Μάιο του 2020, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα υποσχόμενα υποψήφια εμβόλια. Αντ’ αυτού, αν και δισεκατομμύρια δολάρια από δημόσιους πόρους επέτρεψαν την ανάπτυξη εμβολίων, η παραγωγή εμβολίων (και τα τεράστια κέρδη τους) αφέθηκαν εξ ολοκλήρου σε ιδιωτικές φαρμακευτικές εταιρείες, δημιουργώντας καταστροφικές ελλείψεις. Όσον αφορά την διανομή, μολονότι η πρωτοβουλία COVAX υποσχέθηκε ένα ελάχιστο επίπεδο παγκόσμιας ισότητας στους εμβολιασμούς, παρακωλύθηκε όταν οι πλούσιες δημοκρατίες αγόρασαν το μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς εμβολίων.

Υπό τη μεγάλη πίεση από έναν διακρατικό συνασπισμό ομάδων δημόσιας υγείας, δίκαιου εμπορίου, και παγκόσμιας δικαιοσύνης, η κυβέρνηση Μπάιντεν άρχισε επιτέλους να ενεργεί. Τον Μάιο, ο Μπάιντεν συμφώνησε να υποστηρίξει μια παραίτηση (waiver) από τους περιορισμούς πνευματικής ιδιοκτησίας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου για τα εμβόλια COVID-19. Οι πλούσιες δημοκρατίες του G-7 ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι σκοπεύουν να δωρίσουν 870 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου τον επόμενο χρόνο. Αυτές οι προσπάθειες, αν και ευπρόσδεκτες, υπολείπονται των οκτώ δισεκατομμυρίων δόσεων που απαιτούνται για τον τερματισμό της πανδημίας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ακόμη και με την ενσωμάτωση των νέων μέτρων, ο Μπάιντεν αναμένει ότι η πανδημία στον παγκόσμιο Νότο θα συνεχιστεί έως το 2023.

Η εστίαση στις δωρεές δεν είναι ούτε ο γρηγορότερος ούτε ο καλύτερος τρόπος για να τεθεί υπό έλεγχο η πανδημία. Πολύ πιο αποτελεσματική θα ήταν η επέκταση της παραγωγής στον ίδιο τον παγκόσμιο Νότο και η δημιουργία μόνιμης υποδομής δημόσιας υγείας για την πρόληψη μελλοντικών καταστροφών. Το G-7 εξέδωσε μια αόριστη υπόσχεση να υποστηρίξει ένα τέτοιο πρόγραμμα, αλλά ακόμα κι αν περάσει τελικά το waiver επί της πνευματικής ιδιοκτησίας (παρά την έκτακτη ανάγκη, οι συζητήσεις αναμένεται να διαρκέσουν πολλούς μήνες και η Γερμανία συνεχίζει να το εμποδίζει), η άρνηση των πλούσιων δημοκρατιών να μοιραστούν την τεχνολογία και τεχνογνωσία με τον υπόλοιπο κόσμο δημιουργεί αμφιβολίες για τις προθέσεις τους.

Η καταστροφική καθυστέρηση στην διαμόρφωση μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την πανδημία και οι βαθιές ατέλειες σε αυτό που αναδύεται τώρα, προμηνύουν επίσης ένα απαίσιο μέλλον καθώς βαθαίνει η κλιματική κρίση. Και εδώ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έρχονται σε αντίθεση με τις περισσότερες δημοκρατίες. Το μικρό κλάσμα του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει στις σημερινές πλούσιες δημοκρατίες ή στις προκάτοχες χώρες τους έχει παράξει περίπου το ήμισυ όλων των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από το 1751. Αναγνωρίζοντας αυτήν την ιστορική ευθύνη και τον δυσανάλογο πλούτο που κέρδισαν οι πλούσιες χώρες από όλη αυτή την χρήση πόρων, οι αναπτυσσόμενες χώρες ζήτησαν από τις πλούσιες χώρες να φέρουν το μεγαλύτερο μέρος του βάρους για την επίλυση της κλιματικής κρίσης. Οι πλούσιες χώρες λένε ότι θα υποστηρίξουν τις φτωχές χώρες κατά τη μετάβασή τους στην αειφόρο ενέργεια, αλλά έχουν πραγματοποιηθεί λίγες σημαντικές επενδύσεις.

Οι διαφωνίες για την πανδημία και την κλιματική αλλαγή συνδέονται με μια τρίτη ομάδα ζητημάτων που χωρίζουν τις πλούσιες και τις αναπτυσσόμενες χώρες: την βιομηχανική πολιτική και την πνευματική ιδιοκτησία. Επειδή μια φτωχή χώρα που έχει αψηφήσει επιτυχώς τις πλούσιες δημοκρατίες σε αυτά τα ζητήματα είναι η αυταρχική Κίνα, οι αναλυτές στην Ουάσινγκτον εκμεταλλεύονται τακτικά το πλαίσιο «δημοκρατία έναντι απολυταρχίας» για να νομιμοποιήσουν τα παράπονά τους. Για παράδειγμα, μια έκθεση του Atlantic Council με τίτλο «Αντιμετωπίζοντας την πρόκληση της Κίνας στον ελεύθερο κόσμο» (“Countering China’s Challenge to the Free World”) υποστηρίζει: «Η Κίνα εμπλέκεται σε αθέμιτες οικονομικές πρακτικές που παραβιάζουν τα διεθνή πρότυπα, όπως: κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, επιδότηση κρατικών εταιρειών για την επιδίωξη γεωπολιτικών στόχων, και περιορισμός της πρόσβασης στην αγορά για ξένες εταιρείες».

Τέτοιες πρακτικές όντως προκαλούν την δύναμη των πλούσιων χωρών, αλλά οι περισσότεροι από τον «ελεύθερο κόσμο» θα ήθελαν πολύ να τις μιμηθούν. Οι εν λόγω κανόνες καθορίστηκαν στις διαπραγματεύσεις που καθιέρωσαν τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 1995, όταν οι πλούσιες χώρες, κατόπιν αιτήματος ορισμένων από τις ισχυρότερες εταιρείες του κόσμου, πίεσαν φτωχές χώρες για να απαγορεύσουν αναπτυξιακές πρακτικές που προηγουμένως ήταν ευρέως αποδεκτές. Η άρνηση δημοκρατιών όπως η Βραζιλία και η Ινδία να κάνουν περαιτέρω παραχωρήσεις ήταν ένας κεντρικός λόγος για τον οποίο ο επόμενος γύρος διαπραγματεύσεων της Ντόχα κατέρρευσε το 2008, αλλά οι πλούσιες χώρες προώθησαν αυτές τις αρχές περαιτέρω μέσω διμερών εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών.

Οι νέοι κανόνες απαγόρευαν τις πρακτικές που χρησιμοποιούσαν όλες οι πλούσιες δημοκρατίες στο παρελθόν. Ο πλούτος των πλούσιων χωρών οφείλει πολλά στην κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας -η εκβιομηχάνιση των Ηνωμένων Πολιτειών, για παράδειγμα, θα ήταν αδύνατη αν οι Αμερικανοί δεν είχαν κλέψει προηγμένες βρετανικές τεχνικές παραγωγής- για να μην αναφέρουμε πιο βίαιες μορφές κλοπής, όπως η μαζική υποδούλωση ή η λεηλασία των αποικιών. Όσον αφορά την βιομηχανική πολιτική, όλες οι πλούσιες δημοκρατίες χρησιμοποιούν τις τεχνικές της. Το πολυδυσφημισμένο σχέδιο της Κίνας «Made in China 2025» διαμορφώθηκε με βάση την στρατηγική Industrie 4.0 της Γερμανίας και το Εθνικό Δίκτυο για την Καινοτομία στη Μεταποίηση των ΗΠΑ (U.S. National Network for Manufacturing Innovation, επίσης γνωστό ως Manufacturing USA). Η οικονομική ατζέντα του Μπάιντεν στοχεύει να χρησιμοποιήσει την ισχύ του κράτους για να εξασφαλίσει τον έλεγχο των ΗΠΑ σε τομείς υψηλής αξίας. Η επιτυχία της Κίνας στον εμβολιασμό του λαού της και στην αντιμετώπιση της κλιματικής μετάβασης δεν βασίζεται στην εχθρότητα του Πεκίνου προς την δημοκρατία, αλλά στην ικανότητά της να μιμείται τις πλούσιες χώρες στο να παραβιάζει κανόνες όταν αυτό είναι βολικό.

Οι δημοκρατίες του παγκόσμιου Νότου έχουν παλέψει για την αναβάθμιση των οικονομιών τους, παραμένοντας κολλημένες μεταξύ των περιορισμών της Ουάσιγκτον για αποτελεσματικές τεχνικές ανάπτυξης και του εξαιρετικά επιτυχημένου προγράμματος της Κίνας για την αποφυγή τέτοιων περιορισμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκκληση της Ουάσιγκτον για ιδεολογική αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατιών του κόσμου φαίνεται κάπως κενή.

ΜΙΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Αρκετά εμπόδια υπάρχουν μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ και μιας καλύτερης φιλοδημοκρατικής ατζέντας. Πρώτον, η οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα συγκεντρωμένα κέρδη των εταιρειών στον τομέα της τεχνολογίας, της φαρμακευτικής, της ψυχαγωγίας, των επώνυμων καταναλωτικών προϊόντων, και των χρηματοπιστωτικών τομέων -τις ίδιες επιχειρήσεις που παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα εμπόδια στην άνοδο των παγκόσμιων εργασιακών προτύπων και στην φιλελευθεροποίηση των κανόνων πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλο τον κόσμο κατευθύνονται προς ευκαιρίες για την απόσπαση οικονομικών ωφελειών αντί για την δημιουργία θέσεων εργασίας, την κατασκευή υποδομών, και την αύξηση της παραγωγικότητας.

Το πρόβλημα είναι επίσης φιλοσοφικό. Μήπως είναι ο ρόλος της δημοκρατίας απλώς να παρέχει ένα ουδέτερο πλαίσιο εντός του οποίου τα άτομα μπορούν να ανταλλάσσουν ελεύθερα αγαθά και ιδέες με το να μειώνει τις απειλές για την ελευθερία και την ιδιοκτησία -δηλαδή, παρέχοντας «αρνητικά» δημόσια αγαθά; Ή μήπως πρέπει η δημοκρατία να διασφαλίσει επίσης την ουσιαστική παροχή «θετικών» δημόσιων αγαθών, όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, οι θέσεις εργασίας υψηλής ποιότητας και οι επενδύσεις κεφαλαίου; Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ έχει δράσει ενεργά υπέρ των αρνητικών δημόσιων αγαθών και απέρριψε τα θετικά, με Αμερικανούς αξιωματούχους και εμπειρογνώμονες και των δύο κομμάτων να προειδοποιούν συχνά για τους κινδύνους που ενέχει η κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Η Ουάσιγκτον έχει επικεντρωθεί στην φιλελευθεροποίηση της αγοράς, στα ατομικά δικαιώματα, στο κράτος δικαίου, και στην υπεράσπιση της ασφάλειας της ιδιοκτησίας και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας ενάντια σε μια σειρά κακών: διακρατικούς εγκληματίες, «κακοποιά κράτη», τρομοκράτες, και τώρα η Κίνα.

Ωστόσο, τα αρνητικά δημόσια αγαθά χάνουν την αποτελεσματικότητα και τη νομιμοποίησή τους όταν χωρίζονται από τα θετικά δημόσια αγαθά. Οι προσπάθειες της βοήθειας των ΗΠΑ συχνά αποτυγχάνουν για αυτόν τον λόγο. Δείτε, για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα 31 εκατομμυρίων δολαρίων στη Γουατεμάλα που χρηματοδότησε ο Οργανισμός Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (U.S. Agency for International Development) τα τελευταία χρόνια για να δημιουργήσει μια εφαρμογή smartphone που θα επιτρέπει στους κατοίκους να παρακολουθούν τις δαπάνες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι φτωχοί κάτοικοι, που ενδιαφέρονται περισσότερο για θέσεις εργασίας παρά για χρηστή διακυβέρνηση, δεν μπορούν να αγοράσουν smartphone εξ αρχής.

Στην εσωτερική πολιτική, η διοίκηση του Μπάιντεν αναγνωρίζει την ανάγκη να τα σπάσει με την ορθοδοξία της ελεύθερης αγοράς. Πώς θα έμοιαζε μια εξωτερική πολιτική που θα ενσωματώνει αυτή την ενόραση; Πρώτον, θα επικεντρωνόταν στην παγκόσμια παροχή θετικών δημόσιων αγαθών. Κάθε χώρα θα πρέπει να αναζωογονήσει τις δημόσιες επενδύσεις της με τον δικό της τρόπο, αλλά η διαδικασία πρέπει να καλύπτεται από διακρατικά προγράμματα για την διασφάλιση της δημόσιας υγείας, για να κλείσει το τεράστιο χάσμα υποδομών μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών, και να επιτευχθεί μια δίκαιη μετάβαση μακριά από ενεργειακές πηγές υψηλής έντασης άνθρακα. Αντί για μονόδρομη φιλανθρωπία, αυτές οι πραγματικά καθολικές πρωτοβουλίες για την επίλυση προβλημάτων που απειλούν τον καθένα πρέπει να αντλούν συνεισφορές από όλες τις χώρες σύμφωνα με τις ικανότητές τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν στην καλύτερη θέση για να ηγηθούν αυτών των προσπαθειών και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν μπορεί να είναι ανοιχτή στο να διαδραματίσει έναν τέτοιο ρόλο. Για παράδειγμα, η πρωτοβουλία Build Back Better World, αν και δεν έχει ακόμη καθοριστεί καλά, υποστηρίζει τον στόχο της παγκόσμιας ανάπτυξης υποδομών. Ωστόσο, η ανησυχία της Ουάσινγκτον για τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων κινδυνεύει να αποκλείσει τις ουσιαστικές συνεισφορές της Κίνας από το έργο αυτό και χρησιμοποιείται ήδη από τα «γεράκια» για να διοχετεύσει τα τεράστια ταλέντα και πόρους των Ηνωμένων Πολιτειών προς την στρατιωτικοποίηση και όχι για τις πραγματικές απειλές για την ανθρωπότητα. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι δικαιολογίες του Πεκίνου για τον αυταρχισμό -η αυξανόμενη ανασφάλεια και τα δεινά που προκαλούνται από πανδημικές ασθένειες, τις κλιματικές καταστροφές, και την αποσταθεροποιητική ανισότητα- θα γίνουν ολοένα και πιο ελκυστικές εάν η αντι-κινεζική εχθρότητα στην Ουάσινγκτον αποτρέψει αποτελεσματικά μέτρα ενάντια σε αυτούς τους υπαρξιακούς κινδύνους.

Ένα άλλο εξίσου σημαντικό δημόσιο αγαθό είναι ένα επιβληθέν καθεστώς παγκόσμιων εργασιακών δικαιωμάτων, το οποίο θα βοηθούσε στη μείωση του απελπιστικού ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων που παρακινεί τόσο πολύ ρατσισμό και εθνικισμό, και στην ενίσχυση της ζήτησης των καταναλωτών, και την λαϊκή υποστήριξη. Σχεδόν κάθε χώρα εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει ήδη δεσμευτεί να προστατεύσει τα βασικά εργασιακά δικαιώματα βάσει των θεμελιωδών συμβάσεων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Αυτό που απομένει είναι να οικοδομήσουμε το ίδιο είδος θεσμικής αρχιτεκτονικής για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξοδέψει τα τελευταία 40 χρόνια για να προστατεύσουν τα δικαιώματα των κατόχων περιουσιακών στοιχείων.

Τέλος, η Ουάσιγκτον πρέπει να υιοθετήσει την αρχή της ανάπτυξης ως ανθρώπινο δικαίωμα, μια ιδέα που έχει κερδίσει ισχυρή υποστήριξη στον ΟΗΕ από το 1986, παρά την αντίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων πλούσιων δημοκρατιών. Εκτός από την φιλελευθεροποίηση των περιορισμών για την πνευματική ιδιοκτησία και την βιομηχανική πολιτική, αυτό θα απαιτούσε σημαντική αύξηση των αναπτυξιακών πόρων των ΗΠΑ για μέρη που λιμοκτονούν από κεφάλαια. Η πρόσφατα συναφθείσα συμφωνία για έναν παγκόσμιο ελάχιστο φόρο εισοδήματος εταιρειών, που αποφασίστηκε σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των πλούσιων δημοκρατιών, δείχνει ότι είναι δυνατόν ο πολυμερής συντονισμός να ανοίξει τον δρόμο για μια πιο δίκαιη παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, ενισχύει επίσης τον διαχωρισμό μεταξύ πλουσίων και φτωχών, με το να αγνοεί την επιθυμία των αναπτυσσόμενων χωρών να αυξήσουν τα έσοδά τους. Το επόμενο βήμα για τη μεταρρύθμιση θα μπορούσε να είναι η αύξηση του παγκόσμιου φορολογικού συντελεστή για να δημιουργηθεί μια σταθερή πηγή χρηματοδότησης για την ανάπτυξη στον παγκόσμιο Νότο. Οι ιδιωτικές ξένες επενδύσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες ήταν αποσπασματικές και ασταθείς. Αυτό που χρειάζονται αυτές οι περιοχές δεν είναι γρήγορες αποδόσεις, αλλά μακροπρόθεσμες, μετασχηματιστικές επενδύσεις για μόνιμη αύξηση της ικανότητάς τους να παράγουν πλούτο -κάτι που όχι μόνο θα τερματίσει την φρικτή φτώχεια που πλήττει δισεκατομμύρια ανθρώπους αλλά και θα δημιουργήσει τεράστιες νέες ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους των ΗΠΑ.

Κάθε ένα από αυτά τα μέτρα θα ενίσχυε τα άλλα, σχηματίζοντας μια νέα δομή παγκόσμιας ανάπτυξης, από πολλές πλευρές παρόμοια με την οικονομία του New Deal που δημιούργησε την αμερικανική μεσαία τάξη -αλλά χωρίς την φρίκη του Jim Crow [στμ: δηλαδή τους νόμους του ρατσιστικού διαχωρισμού στις ΗΠΑ] και του Ψυχρού Πολέμου. Με το να βοηθήσουν να αναζωογονηθεί η παγκόσμια ανάπτυξη και να διανεμηθούν τα οφέλη της ευρύτερα, αυτά τα μέτρα θα προωθούσαν την ευημερία τόσο για τις πλούσιες όσο και για τις φτωχές χώρες, αποκαθιστώντας τη νομιμοποίηση της παγκοσμιοποίησης και της ηγεσίας των ΗΠΑ, στηρίζοντάς τις σε ένα πολύ πιο συμπεριληπτικό θεμέλιο. Αυτό θα μείωνε τις εξαιρετικά επικίνδυνες εντάσεις μηδενικού αθροίσματος στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, επειδή η ισχυρότερη ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία θα έδινε περιθώρια και στις δύο χώρες να πετύχουν ταυτόχρονα. Ίσως πιο σημαντικό, η χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για ένα νέο κύμα εκδημοκρατισμού. Η δημοκρατία θα επικρατούσε όχι με την εμβάθυνση των αντιπαραγωγικών συγκρούσεων με τα αυταρχικά κράτη, αλλά με το να τους στερήσει τις ανισότητες, τους αποκλεισμούς, και τις δυσαρέσκειες που τα καθιστούν ισχυρά.

σχετικα αρθρα

ροη ειδησεων