Τετάρτη, 25 Μαΐου, 2022

Οι τέσσερις «ρυθμιστές» της κομματικής αναδιάταξης

Γράφει ο Σταύρος Τασιόπουλος*

Τα πολιτικά κόμματα μοιάζουν πλέον να μην μπορούν να λειτουργήσουν όπως πριν. Χάνουν την νομιμοποιητική για το πολίτευμα λειτουργία τους και αποτυγχάνουν να δώσουν απαντήσεις στην κοινωνία και την οικονομία.

Οι αιτίες βασίζονται συνοπτικά σε τέσσερις άξονες:

α) απώλεια ιδεολογικών χαρακτηριστικών αυτό έγινε κυρίως λόγω του γεγονότος της ευρείας αποδοχής στην ισχυρή πλειοψηφία του πολιτικού φάσματος μιας σκέψης «μονής κατεύθυνσης» που αφορά στην ενίσχυση της θεαματικής-εμπορευματικής αποτύπωσης της ατομικής και της κοινωνικής ζωής, όπου κάθε πτυχή τους μοιάζει να είναι προς πώληση. Το πολιτικό πρόβλημα μοιάζει πάντα να είναι στην μοιρασιά και όχι στην διαφωνία επί της αρχής του ακολουθούμενου μοντέλου.

β) μείωση πραγματικής πολιτικής και κανονιστικής ισχύος του ελληνικού κράτους και αυτομάτως των διαχειριστών του (κυβερνήσεις-πολιτικά κόμματα).
Από την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ και στην ΕΕ ύστερα, δημιουργήθηκε μια διαδικασία παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας σε όλα τα πεδία της κρατικής εξουσίας χάριν της ιδέας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, κυρίως δε λόγω της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του δικαίου των κρατών-μελών της ΕΕ, τα ευρωπαϊκά χρήματα (πακέτα Ντελόρ, κοινοτικά πλαίσια στήριξης, ΕΣΠΑ κλπ) που εξομάλυναν την πολιτική ανυπακοή της αντιδραστικής σε εφαρμογή κανόνων και αποφάσεων Ελλάδας. Επέκταση αυτού του παράγοντα, η συνθήκη της ζώνης της ΟΝΕ και του ευρώ ως κοινού νομίσματος με την εκχώρηση πολλών αρμοδιοτήτων στην ΕΚΤ, και τρίτον η αντίληψη της υπακοής στην ΕΕ λόγω της ζητούμενης από αυτήν στήριξης (ουσιαστικής, σε διεθνείς οργανισμούς κλπ) στα εθνικά θέματα και στις κατά καιρούς διενέξεις με την γείτονα Τουρκία.

γ) συστημική διαφθορά-απονοηματοδότηση της πολιτικής ως μέσον λειτουργίας της κοινωνίας, γεγονός που οδήγησε και οδηγεί στον ξεπεσμό των θεσμών κρατικών-οικονομικών-κοινωνικών με την ταυτόχρονη ενίσχυση του ελλείμματος δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Η διαφθορά των κρατικών και δημοσίων λειτουργών, άμεσα συσχετιζόμενων με κομματικούς μηχανισμούς, για την εξασφάλιση εργασίας σε δημόσιους φορείς για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού καθώς και κάθε είδους οφέλους προς ιδιώτες και επιχειρηματικά συμφέροντα εις βάρος του δημόσιου πλούτου και των νομοταγών πολιτών, συνέθεσαν και συνθέτουν μια κατάσταση λίγο πολύ γνωστής σε όλους. Όλος αυτός ο μαρασμός της διαφθοράς με την παράλληλη αδυναμία ή άρνηση εξεύρεσης ουσιαστικών λύσεων από τους πολιτικούς μέσω των δημοκρατικών θεσμών του πολιτεύματος και την ακόμα περισσότερο καταστρατήγησή τους, οδήγησε αργά και σταθερά στην απώλεια νοήματος της πολιτικής. Αυτή πλέον καθοδηγούμενη σε μεγάλο βαθμό από την «4η εξουσία», ελεγχόμενη από γνωστούς επιχειρηματικούς κύκλους που επιδιώκουν την εξάλειψη του θετικού νοήματός της και την ύπαρξη μιας ξεπεσμένης, αντιπαθούς από το λαό και σε ομηρία από αυτούς, πολιτική, μοιάζει να αποσυνδέεται από το δικαιϊκό της χαρακτήρα.

δ) Μνημόνιο-χρεωκοπία: Κράτος-κόμματα διαχειριζόμενα το δημόσιο πλούτο κατάφεραν με μια λαθεμένη και ίσως μεθοδευμένη διαχείριση να εκτοξεύσουν τον δανεισμό της χώρας. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας η πτώση επιπέδου όπου σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο των αγορών και όχι των κοινωνιών, αυτό σημαίνει βάρη στην κοινωνία προς χάριν των δανειστών. Αυτό μεταφράστηκε στο ΜΝΗΜΟΝΙΟ και στα απαραίτητα για τους δανειστές διαρθρωτικά μέτρα. Σε πολιτικό-κομματικό επίπεδο αυτή η κατάσταση αποδεικνύει την αποτυχία των κομμάτων εξουσίας, αλλά και των υπολοίπων να εφαρμόσουν τα όσα το Σύνταγμα ορίζει ως καθήκον τους προς όφελος του λαού. Το Μνημόνιο ήρθε ως μια ταφόπλακα να σκεπάσει τον λάκκο που οι προηγούμενοι 3 άξονες είχαν ανοίξει για το κομματικό σύστημα και για να επανακαθορίσει τοποθετήσεις κομμάτων και πολιτευτών.

Με δεδομένους αυτούς τους τέσσερις άξονες και την αντίληψη πως στην Ελλάδα λειτουργεί από το 1974 και έπειτα ένα καλά δομημένο πλέγμα συμφερόντων που ξεκινά από τον εξωγενή παράγοντα (ΕΕ και ΗΠΑ) και τελειώνει στο εγχώριο σύστημα ΜΜΕ-κόμματα εξουσίας–επιχειρηματικά και τραπεζικά συμφέροντα, πρέπει να λεχθεί πως όποια αλλαγή του σκηνικού, χρήζει ισχυρής μεθόδευσης.

Προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτό το κομματικό σύστημα και δεν μπορεί να αποδώσει όπως απέδιδε και κυρίως παράγιναν γνωστές οι μέθοδοι και οι σκοποί του στην κοινωνία, που μοιάζει να μην τα ανέχεται και να θέλει μια αλλαγή έστω στο περιτύλιγμα.

Η ενδυνάμωση ενός ακραίου κόμματος όπως η Χρυσή Αυγή δεν ήταν ούτε τυχαία, ούτε επειδή κάποιοι παρασύρθηκαν. Το κόμμα αυτό δημιουργεί μεθοδικά την λεγόμενη παράλληλη εξουσία και με την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σφραγίζει την πρακτική αυτή.

Οι παραπάνω αιτίες αλλαγής του κομματικού χάρτη αποτελούν απλή συνεισφορά σε έναν απαραίτητο δημόσιο διάλογο, όσο το δυνατόν αντικειμενικότερα, για την διαπίστωση των αιτιών της συνεχιζόμενης εξαθλίωσης και φτωχοποίησης μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας, πέραν των έτοιμων αναλύσεων των «ειδικών» πανελιστών των δελτίων των 8, που κατά πλειοψηφία εξαρτούν τις αναλύσεις τους από τις απολαβές τους.

* Ο Σταύρος Τασιόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης

σχετικα αρθρα

ροη ειδησεων